μωρόσοφος

μωρόσοφος
-η, -ο
αυτός που θεωρεί τον εαυτό του σοφό, αλλά δεν έχει κρίση, ο κενόσοφος, ο μωρός: Είναι μωρόσοφος και προσπαθεί να εντυπωσιάσει με γνώσεις που δεν έχει.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μωρόσοφος — foolishly wise masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωρόσοφος — η, ο (Α μωρόσοφος, ον) μωρός που νομίζει ότι είναι σοφός ή πολυμαθής, ενώ είναι χωρίς κρίση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο) * (< μωρός) + σοφός] …   Dictionary of Greek

  • μωρόσοφον — μωρόσοφος foolishly wise masc/fem acc sg μωρόσοφος foolishly wise neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωροσόφων — μωρόσοφος foolishly wise masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωρ(ο)- — (ΑΜ μωρ[ο] ) α συνθετικό λέξεων που ανάγεται στο επίθ. μωρός, ά, όν καί προσδίδει στο δηλούμενο από το β συνθετικό τη σημ. «ανόητος, κουτός, άμυαλος» (πρβλ. μωρόσοφος, μωροπόνηρος, μωροφιλόδοξος). Παράλληλα προς αυτό το σύστημα τών λόγιων… …   Dictionary of Greek

  • δοκησίσοφος — η, ο (AM δοκησίσοφος, ον) αυτός που νομίζει πως είναι σοφός, μωρόσοφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < δόκησις + σοφός] …   Dictionary of Greek

  • μωροσοφία — η [μωρόσοφος] η ιδιότητα και το γνώρισμα τού μωροσόφου …   Dictionary of Greek

  • ξυλόσοφος — ο μωρόσοφος, μωρός που παριστάνει τον σοφό. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Ν. Κοντόπουλου] …   Dictionary of Greek

  • σοφός — ή, ό / σοφός, ή, όν, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύφος Α 1. πλούσιος σε γνώσεις, πολυμαθής, αυτός που γνωρίζει τα πράγματα σε βάθος, ευρυμαθής 2. έξυπνος, ευφυής (α. «σοφό παιδί» β. «ὅστις σ , Ὀδυσσεῡ, μὴ λέγει γνώμη σοφὸν φῡναι... μῶρός ἐστ ἀνήρ», Σοφ.) 3 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”